BLOG

Ο Απόστολος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος

Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο αποκαλούμενος και δίκαιος, είναι άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που έζησε κατά την αποστολική εποχή και υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Για την θαυμαστή πολιτεία του και τις πολλές αρετές του, ονομαζόταν από όλους δίκαιος.
Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν ένας από τους γιους του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα, οπότε ήταν «ετεροθαλής» αδερφός του Κυρίου (Μάρκος 6,3. Γαλάτες 1,19). Μέσα στα ευαγγέλια αναφέρεται πάντοτε ως πρώτος από τους αδελφούς του Ιησού (Ματθ. 13,55. Μάρκος 6,3) κάτι που δείχνει πως πιθανώς ήταν ο πρεσβύτερος.

Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος είναι αυτός που έγραψε και την πρώτη Θεία Λειτουργία της χριστιανικής Εκκλησίας. Έγινε μαθητής του Ιησού μετά την Ανάσταση και έδωσε μαρτυρικώς τη ζωή του, όταν καταδικάστηκε από το συνέδριο των Σαδδουκαίων.

Ο Ιάκωβος δεν είχε ακολουθήσει τον Ιησού κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας Του. Ο Απόστολος Παύλος μας αναφέρει ότι ο Ιησούς εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή του στον Ιάκωβο και εν συνεχεία στους Αποστόλους (Α’ Κορινθ. 15,7), δείχνοντάς μας έτσι πως κλήθηκε με ιδιαίτερο τρόπο στο αποστολικό αξίωμα, όπως και ο ίδιος.
Κατέλαβε ηγετική θέση στην αρχαία χριστιανική εκκλησία και ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην εδραίωση της πρώτης αποστολικής Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. (Ματθ. 13, 55. Μαρκ. 6,3. Α’ Κορινθίους 15,7. Πράξεις 1, 14. 12,17 και 15,6-29. Γαλάτες 2,9).

Η εξαίρετη θέση μάλιστα που κατείχε στη συνείδηση των μελών της αρχαίας εκκλησίας διαφαίνεται από την προσφώνηση του Αποστόλου Παύλου, ως «στύλου» (Γαλ. 2,9) και Αποστόλου (Γαλ. 1,19). Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας αναφέρει πως όταν ο Πέτρος αποφυλακίστηκε με θαυμαστό τρόπο, κατευθύνθηκε στο σπίτι της Μαρίας της μητέρας του Μάρκου, όπου ζήτησε να απαγγείλουν τα γενόμενα και στον Ιάκωβο (Πράξεις 12,17), ενώ όταν υποχρεώθηκε να φύγει από τα Ιεροσόλυμα, αφού κινδύνευε να συλληφθεί και πάλι από τον Ηρώδη Αγρίππα, παρήγγειλε να διηγηθούν τα συμβάντα στον Ιάκωβο και τους αδελφούς του (Πράξεις 12,17).

Στην Αποστολική σύνοδο (Πράξεις 15, 4-29) ο Ιάκωβος διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο. Ο ίδιος μάλιστα μέσα από την αποστολική περιγραφή διαφαίνεται ως επικεφαλής της συνόδου. Έτσι λαμβάνει θέση ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα με τους εξ εθνών Χριστιανούς, τασσόμενος υπέρ της άποψης να μην επιβαρύνονται με την περιτομή, αλλά να δοθεί ιδιαίτερη μνεία για την ηθική πορεία του βίου τους και την αποχή από τα έθιμα των ειδωλολατρών (Πρ. 15, 19-20). Μετά την τρίτη περιοδεία του ο Παύλος φτάνοντας στα Ιεροσόλυμα, παρουσιάστηκε στο Ιάκωβο για να διηγηθεί τα συμβάντα (Πρ. 21, 18-19). Ο Ιάκωβος τελικά φαίνεται πως δεν εγκατέλειψε τα Ιεροσόλυμα, περιορίζοντας την αποστολική του δράση στους Ιουδαίους (Γαλ. 2,9), χωρίς όμως να αντιτίθεται το άνοιγμα στον εθνικό χώρο (Γαλ. 2, 6-10). Οι πληροφορίες από το σημείο αυτό και μετά μέσα στην Καινή Διαθήκη για τον Ιάκωβο σταματούν.

Εξωγραφικές μαρτυρίες

Σύμφωνα με το απόκρυφο κείμενο «Καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον», ο Ιάκωβος προετοιμάστηκε περιμένοντας τον Ιησού με αποχή από κάθε τροφή. Ο ασκητικός χαρακτήρας του επιβεβαιώνεται και από άλλους συγγραφείς. Ο Ηγήσιππος, μέσω του Ευσεβίου μας αναφέρει πως ο Ιάκωβος προσευχόταν τόσο πολύ για το λαό ώστε τα γόνατά του είχαν βγάλει κάλους όμοιους με κάλους καμήλας. Το όνομα «δίκαιος», του αποδόθηκε εξαιτίας της ασκητικότητάς του.

Το συγγραφικό έργο του Ιακώβου

Την μοναδική Επιστολή που συνέγραψε, την απευθύνει όχι προς τους πιστούς μιας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας, αλλά προς όλους τους πιστούς, προς όλους τους Ιουδαίους, που πίστεψαν στον Χριστό και ήσαν διεσπαρμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, και γι’ αυτό ονομάζεται καθολική Επιστολή.

Η επιστολή του αγίου Ιακώβου είναι ένα καταπληκτικό κείμενο, το οποίο προξενεί στην ψυχή αληθινή παρηγοριά, ανεκλάλητη χαρά και αποδιώχνει κάθε είδους απελπισία. Ρυθμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Στην επιστολή αυτή διδάσκει:

α) την διαφορά που έχουν οι πειρασμοί. Ποιος πειρασμός γίνεται στον άνθρωπο κατά παραχώρηση του Θεού και ποιος προξενείται από την επιθυμία του ανθρώπου.

β) υποδεικνύει την οδό της καθάρσεως, της θεραπείας της ψυχής από τα πάθη, για να φωτιστεί ο νους και να αποκτήσει ο άνθρωπος προσωπική γνώση του Θεού.

γ) δεν παραλείπει να τονίσει και την αξία της παρουσίας του Ιερέως Θεραπευτού, καθώς και την χρησιμοποίηση υλικών στοιχείων, όπως το λάδι, το οποίο αγιάζεται και δι’ αυτού ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού.

δ) ότι οι Χριστιανοί πρέπει να δείχνουν την πίστη τους όχι μόνον με λόγια αλλά κυρίως με έργα.

ε) παραγγέλλει να μη προτιμώνται στην Εκκλησία οι πλούσιοι περισσότερο από τους πτωχούς, αλλά μάλλον να επιπλήττονται οι πλούσιοι ως υπερήφανοι. Τονίζει, ότι δεν πρέπει να χωρίζονται οι άνθρωποι σε ομάδες, ανάλογα με τα χρήματα και τα αξιώματα που διαθέτουν, αλλά θα πρέπει να επιδεικνύεται προς όλους ο ίδιος σεβασμός, επειδή είναι εικόνες του Χριστού.

στ) αφού παρηγορεί ο Άγιος εκείνους που αδικούνται και τους παρακινεί να μακροθυμούν και να υπομένουν μέχρι την Δευτέρα παρουσία του Χριστού, δείχνοντάς τους με το παράδειγμα του Ιώβ το πόσο χρήσιμη είναι η υπομονή, παραγγέλλει στους ασθενείς να προσκαλούν τους ιερείς να τους χρίουν με έλαιο.

ζ) όλοι οι πιστοί να προσπαθούν να επαναφέρουν στο δρόμο της αλήθειας αυτούς που έχουν πλανηθεί από αυτή, επειδή σε αυτούς δίδεται μισθός από τον Κύριο, η άφεση των αμαρτιών τους.

η) κάνει λόγο για την ανθρώπινη σοφία και την αντιπαραβάλλει με την σοφία που προέρχεται από το Θεό, την οποία ονομάζει αγνή, ειρηνική, επιεική, ευπειθή, γεμάτη ευσπλαχνία και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινή, επειδή είναι απαλλαγμένη από τα πάθη, τα οποία προκαλούν έριδες, μαλώματα, ακαταστασία. Υπάρχουν σοφοί κατά Θεόν και σοφοί κατά κόσμον, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που κατέχουν και τις δύο σοφίες. Άλλωστε, η ανθρώπινη σοφία πλουτίζει την διάνοια, ενώ η σοφία του Θεού, πλουτίζει την καρδιά με την άκτιστη θεία Χάρη και της χαρίζει όλα εκείνα τα αγαθά που αποζητά ο άνθρωπος, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π. Με την λογική κατανοεί ο άνθρωπος το γράμμα των όσων ακούει ή αναγινώσκει, ενώ με τον φωτισμένο νου έχει την δυνατότητα να εισδύει στο βάθος των λεγομένων και αναγινωσκομένων και έτσι μπορεί να κατανοεί το πνεύμα και το βαθύτερο νόημά τους και να τα ερμηνεύει σωστά.

Ο άγιος Ιάκωβος συνέγραψε την πρώτη θεία Λειτουργία, η οποία είναι κατανυκτική και διασώζει τον τρόπο λατρείας των Χριστιανών των Αποστολικών χρόνων. Τελείται και σήμερα, την ημέρα της εορτής του, αλλά και την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

 

Το μαρτυρικό τέλος του Ιακώβου

Ο Ιάκωβος ποίμανε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων με δικαιοσύνη, με γενναία στοργή και στερεότητα στην πίστη. Αυτό όμως, εξήγειρε τη μοχθηρία και την κακουργία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον πιο αξιόπιστο Ιώσηπο το 62 μ.Χ., ο Σαδδουκαίος αρχιερέας Άνανος κατηγόρησε τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο και μερικούς άλλους ως παραβάτες του Μωσαϊκού Νόμου. Ο Άνανος συγκάλεσε συνέδριο, στο οποίο καταδίκασε τον Ιάκωβο και τους άλλους Χριστιανούς για ασέβεια, και τους τιμώρησε σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Οι Φαρισαίοι που ήταν επιεικέστεροι στο γράμμα του Νόμου, ενημέρωσαν τον καινούριο έπαρχο της Ιουδαίας τον Αλβίνο για το συμβάν, όπως και τον Ηρώδη Αγρίππα τον Α’. Ο Αλβίνος τελικά έστειλε απειλητική επιστολή στον Άνανο, ενώ ο Αγρίππας τον απομάκρυνε από τη θέση του, αλλά ήταν πλέον αργά.

Σύμφωνα με τον Ηγήσιππο, την εορτή του Πάσχα, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι συνέστησαν στον Ιάκωβο να σταθεί στο πτερύγιο του Ναού και να αποκηρύξει την πίστη του στο Χριστό. Ο Ιάκωβος έπραξε όμως το αντίθετο με αποτέλεσμα να τον κρημνίσουν και να τον λιθοβολήσουν. Ένας ρεχαβίτης ιερέας προσπάθησε να τον σώσει, αλλά ενώ ακόμα ήταν ζωντανός, κάποιος από το πλήθος τον αποτέλειωσε με ένα άγριο κτύπημα ροπάλου στο κεφάλι.

Η μνήμη του Ιάκωβου του Αδελφόθεου εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία δύο φορές το χρόνο. Στις 23 Οκτωβρίου και τις 26 Δεκεμβρίου. Τέλος, η μνήμη του εορτάζεται και την Κυριακή μετά την Γέννηση του Χριστού, μαζί με τη μνήμη του Δαβίδ του Προφήτου και Ιωσήφ του μνήστορος.


ΠΩΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ 
Ελεύθερη απόδοση από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου Καισαρείας Βιβλίο Β’
*****
Οι Ιουδαίοι, επειδή απελπίστηκαν για το σχέδιό που κατέστρωσαν εναντίον του Αποστόλου Παύλου, γιατί αυτός επικαλέστηκε τον Καίσαρα και στάλθηκε στη Ρώμη από τον Φήστο, στρέφονται ενάντια στον Άγιο Ιάκωβο, τον αδελφόθεο, στον οποίο είχε ανατεθεί από τους αποστόλους ο θρόνος της επισκοπής των Ιεροσολύμων. Και εναντίον του, τολμούν το εξής.

Αφού τον οδήγησαν στη μέση, του ζητούσαν να αρνηθεί την πίστη στο Χριστό μπροστά σε όλο το λαό. Επειδή όμως αυτός, αντίθετα με τη γνώμη όλων, μίλησε μπροστά στο πλήθος με ελευθερία και παρρησία, την οποία δεν περίμεναν, και ομολόγησε ότι ο Σωτήρας και Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, αυτοί δε μπορούσαν πλέον να ανεχτούν τη μαρτυρία του, καθώς άλλωστε πιστεύονταν από όλους τους ανθρώπους ότι ήταν πάρα πολύ δίκαιος εξ’ αιτίας της ανωτερότητας της φιλοσοφίας και της θεοσέβειας που έδειχνε στη ζωή του, τον σκοτώνουν, παίρνοντας ως ευκαιρία την έλλειψη εξουσίας, καθώς λόγω του θανάτου του Φήστου αυτή την εποχή στην Ιουδαία, η τοπική διοίκηση είχε μείνει χωρίς άρχοντα και επίτροπο.

Και τον τρόπο του θανάτου του Ιακώβου έχουν ήδη φανερώσει και οι λόγοι του Κλήμεντος που παρατέθηκαν προηγουμένως, ο οποίος ιστορεί ότι τον έριξαν από το αέτωμα του ναού και τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Και με μεγάλη ακρίβεια ιστορεί τα σχετικά μ’ αυτόν ο Ηγήσιππος, ο οποίος ανήκει στην πρώτη διαδοχή των αποστόλων, αναφέροντας στο πέμπτο του Υπόμνημα τα εξής.

«Αναλαμβάνει τη διοίκηση της Εκκλησίας μαζί με τους αποστόλους ο αδελφόθεος Ιάκωβος, ο οποίος ονομάστηκε από όλους δίκαιος, από τα χρόνια του Κυρίου ως τις μέρες μας, επειδή πολλοί είχαν το όνομα Ιάκωβος, αυτός από την κοιλιά της μητέρας του ήταν άγιος∙  Κρασί και οινόπνευμα δεν ήπιε, ούτε κρέας έφαγε, ξυράφι στο κεφάλι του δε χρησιμοποίησε, με λάδι δεν αλείφθηκε και στα δημόσια λουτρά δε λούστηκε.

 Μόνο σ’ αυτόν επιτρεπόταν να μπει στα άγια∙  γιατί δε φορούσε μάλλινα άλλα λινά. Και έμπαινε στο ναό μόνος και βρίσκονταν γονατισμένος να ζητά συγχώρεση για το λαό, μέχρι το σημείο να έχουν σκληρύνει τα γόνατά του σαν της καμήλας, επειδή πάντοτε γονάτιζε προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας συγχώρεση για το λαό.

Και για την υπεροχή του στη δικαιοσύνη ονομαζόταν ο δίκαιος και «ωβλίας», το οποίο στα ελληνικά σημαίνει «περιοχή του λαού» και «δικαιοσύνη», όπως και οι προφήτες μαρτυρούν για αυτόν.

Κάποιοι λοιπόν από τις επτά μερίδες του λαού, όπως τις έχω προαναφέρει στα Υπομνήματα, τον ρωτούσαν ποια είναι η θύρα του Ιησού, και απαντούσε ότι είναι ο ίδιος ο σωτήρας. Από αυτά κάποιοι πίστεψαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός.

Και οι μερίδες που προαναφέρθηκαν δεν πίστευαν ούτε στην ανάσταση, ούτε ότι θα έρθει και θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Και όσοι πίστεψαν, το έκαναν εξαιτίας του Αγίου Ιακώβου.

«Κι επειδή λοιπόν πίστευαν και πολλοί άρχοντες, θορυβήθηκαν οι Ιουδαίοι και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι λέγοντας ότι υπάρχει κίνδυνος όλος ο λαός να προσδοκά τον Ιησού. Αφού λοιπόν συγκεντρώθηκαν, έλεγαν στον Ιάκωβο ∙ σε παρακαλούμε, συγκράτησε το λαό, γιατί πλανήθηκε για τον Ιησού, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός. Σε παρακαλούμε, πείσε όλους, όσοι ήρθαν για την ημέρα του Πάσχα, για τον Ιησού∙ γιατί όλοι πειθόμαστε σε σένα. Πράγματι, εμείς και όλος ο λαός αναγνωρίζουμε ότι είσαι δίκαιος και δεν προσωποληπτείς.

Πείσε κι εσύ λοιπόν τον όχλο να μην πλανάται για τον Ιησού. Και βέβαια όλος ο λαός και όλοι πειθόμαστε σε σένα. Στάσου λοιπόν πάνω στο αέτωμα του ναού, για να φαίνεσαι καλύτερα από ψηλά και να ακούει όλος ο λαός καλύτερα τα λόγια σου. Γιατί για το Πάσχα είχαν συγκεντρωθεί όλες οι φυλές μαζί με τους εθνικούς.

Έστησαν λοιπόν οι προαναφερθέντες γραμματείς και Φαρισαίοι τον Ιάκωβο πάνω στο αέτωμα του ναού και του φώναξαν και είπαν∙ «δίκαιε, που όλοι οφείλουμε να πειθόμαστε σε σένα, επειδή ο λαός πλανάται ακολουθώντας τον σταυρωμένο Ιησού, πες μας, ποια είναι η θύρα του Ιησού».

Και απάντησε με δυνατή φωνή∙ «Τι με ρωτάτε για τον υιό του ανθρώπου, κι αυτός κάθεται στον ουρανό, στα δεξιά της μεγάλης δύναμης, και πρόκειται να έρθει πάνω στα σύννεφα του ουρανού;».

Κι επειδή πολλοί πείσθηκαν και δόξαζαν για τη  μαρτυρία του Αγίου Ιακώβου και έλεγαν, «ωσαννά στον υιό του Δαυίδ», τότε πάλι οι ίδιοι γραμματείς και Φαρισαίοι έλεγαν μεταξύ τους∙ «λάθος κάναμε και προσφέραμε τέτοια μαρτυρία στον Ιησού∙ αλλά ας ανεβούμε και ας τον πετάξουμε κάτω για να φοβηθούν και να μην τον πιστέψουν».

Και φώναξαν λέγοντας, «ω, ω, πλανήθηκε και ο δίκαιος», και εκπλήρωσαν τη γραφή που βρίσκεται στον Ησαϊα, «ας σκοτώσουμε τον δίκαιο, γιατί δεν τον χρειαζόμαστε∙ λοιπόν, θα γευτούν τους καρπούς των πράξεών τους».

Αφού ανέβηκαν λοιπόν, έριξαν κάτω τον δίκαιο. Και έλεγαν μεταξύ τους∙ «ας λιθοβολήσουμε τον Ιάκωβο τον δίκαιο», και άρχισαν να τον λιθοβολούν, γιατί παρά την πτώση δεν πέθανε∙ αλλά γύρισε και γονάτισε λέγοντας∙ «Σε παρακαλώ, Κύριε Θεέ Πατέρα, συγχώρεσέ τους∙ γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν».

Κι ενώ λοιπόν έτσι τον λιθοβολούσαν, ένας από τους ιερείς, τους γιους του Ρηχάβ, του γιου του Ραχαβείμ, που αναφέρονται από τον Ιερεμία τον προφήτη, φώναζε λέγοντας∙ «σταματήστε∙ τι κάνετε; για σας προσεύχεται ο δίκαιος».

Και κάποιος απ’ αυτούς, ένας που κατεργαζόταν υφάσματα, πήρε το ξύλο με το οποίο χτυπά τα υφάσματα και κατάφερε ένα χτύπημα στο κεφάλι του δίκαιου, και έτσι μαρτύρησε. Και τον έθαψαν  στον τόπο δίπλα στο ναό, και η στήλη του ακόμα βρίσκεται δίπλα στο ναό. Αυτός έχει γίνει αληθινός μάρτυρας για τους Ιουδαίους και τους Έλληνες, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Και αμέσως ο Βεσπασιανός αρχίζει να τους πολιορκεί».

Αυτά εκτεταμένα τα αφηγείται και ο Ηγήσιππος συμφωνώντας με τον Κλήμεντα. Τόσο λοιπόν θαυμαστός ήταν ο Ιάκωβος και τόσο φημίζονταν για τη δικαιοσύνη του απ’ τους άλλους όλους, ώστε και οι σώφρονες Ιουδαίοι να νομίζουν ότι αυτή είναι η αιτία που αμέσως μετά το μαρτύριό του πολιορκήθηκε η Ιερουσαλήμ, πράγμα το  οποίο δεν τους συνέβη για κανέναν άλλο λόγο, παρά για το ανοσιούργημα που τόλμησαν εναντίον του.

Και φυσικά ο Ιώσηπος δεν δίστασε να το επιβεβαιώσει εγγράφως με τα εξής λόγια∙ «Αυτά λοιπόν συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, επειδή ακριβώς τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι, αν και ήταν πάρα πολύ δίκαιος».

Και ο ίδιος συγγραφέας, στο εικοστό βιβλίο της Αρχαιολογίας, περιγράφει το θάνατό του, ως εξής∙ «και ο Καίσαρας, όταν έμαθε το θάνατο του Φήστου, στέλνει για έπαρχο της Ιουδαίας τον Αλβίνο. Και ο νεότερος Άνανος, ο οποίος αναφέραμε ότι είχε παραλάβει την αρχιεροσύνη, ήταν θρασύς στο χαρακτήρα και ιδιαίτερα τολμηρός, και ανήκε στην αίρεση των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είναι οι πιο σκληροί στις αποφάσεις από όλους τους Ιουδαίους, όπως ήδη το έχουμε αναφέρει.

Καθώς λοιπόν ήταν τέτοιος ο Άνανος, θεώρησε ότι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία λόγω του θανάτου του Φήστου κι επειδή ο Αλβίνος ήταν ακόμη στο δρόμο, και συγκαλεί συνέδριο των κριτών και οδηγεί σε αυτό τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, και μερικούς άλλους, και κατηγορώντας τους ότι δήθεν παρανόμησαν, τους παρέδωσε για λιθοβολισμό.

Όσοι όμως θεωρούνταν ότι ήταν οι πιο επιεικείς στην πόλη και τηρούσαν τους νόμους με ακρίβεια, το έφεραν βαρέως, και στέλνουν κρυφά απεσταλμένο στο βασιλιά, παρακαλώντας τον να στείλει επιστολή στον Άνανο να μην κάνει πλέον τέτοιες πράξεις∙ γιατί ούτε προηγουμένως αυτός δεν είχε πράξει σωστά. Και κάποιοι απ’ αυτούς προϋπαντούν τον Αλβίνο καθώς οδοιπορούσε από την Αλεξάνδρεια, και του εξηγούν ότι ο Άνανος δεν είχε δικαίωμα να συγκαλέσει συνέδριο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τη δική του.

Κι ο Αλβίνος πείσθηκε στα λόγια τους και γράφει οργισμένος στον Άνανο απειλώντας τον ότι θα τον τιμωρήσει, και ο βασιλιάς Αγρίππας για αυτό το λόγο του αφαίρεσε την αρχιεροσύνη, που την κατείχε για τρεις μήνες, και τον αντικατέστησε με τον Ιησού, το γιο του Δαμμαίου».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s